Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Πώς ένα μήλο δίχασε την Apple και τους Beatles...

Τι διαφορά έχει ένα μισοδαγκωμένο μήλο από ένα ολόκληρο; Αν μιλάμε για τη γνωστή Apple, καμία. Το ολόκληρο μήλο, το trademark που έντυσε τη μουσική των Beatles, μέσω της δισκογραφικής που οι ίδιοι έστησαν, είναι πια κατοχυρωμένο σήμα κατατεθέν για τον κολοσσό των υπολογιστών και των gadgets.

Το 1978 ο George Harrison είδε μια διαφήμιση της νεοσύστατης τότε Apple Computers και θεώρησε πως η εταιρεία του Steve Jobs προσπαθούσε να κλέψει λίγη από τη λάμψη των Beatles. Οι δικηγόροι του συγκροτήματος κινήθηκαν νομικά και, τρία χρόνια αργότερα, η Apple έφτασε σε συμβιβασμό που ήθελε την εταιρεία πληροφορικής να πληρώνει 80.000 δολάρια στην δισκογραφική και να υπογράφει ένα συμβόλαιο ότι δεν θα έμπαινε ποτέ στη μουσική βιομηχανία.

Δεν πέρασαν ούτε πέντε χρόνια από τον συμβιβασμό, όταν το MIDI και η δυνατότητα ηχογράφησης ήχου του Apple IIGS ξαναέστειλε τους δικηγόρους των Beatles στην Καλιφόρνια. Η Αpple Computers αναγκάστηκε να σταματήσει την εξέλιξη του μουσικού hardware στους υπολογιστές της, κάτι που ήταν τεράστιο πλήγμα για την εταιρεία εκείνον τον καιρό.
Το 1991 η Apple ονόμασε έναν από τους ήχους της επόμενης σειράς Macintosh με τον ευρηματικό τίτλο sosumi (so, sue me!). Και αυτό έγινε. Η Apple Corps τους ξανάστειλε στα δικαστήρια για το ελάχιστο αυτό ίχνος μουσικής και ο λογαριασμός έφτασε στα 26,5 εκατ. δολάρια…

Τα λεφτά του προστίμου ήταν αρκετά για να οδηγήσουν σε μια ανακωχή για πάνω από δέκα χρόνια, αλλά το 2003 ήταν αδύνατον για τους δικηγόρους των Beatles να μην αντιδράσουν στο iTunes Music Store. H δίκη ξεκίνησε το 2006 και ανέδειξε νικητή τον Steve Jobs. Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια σχεδόν εποχή η Apple, σε μία άλλη δικαστική διαμάχη, πλήρωσε 100 εκατ. δολάρια, ως αποζημίωση για παραβίαση διπλώματος ευρεσιτεχνίας, στην ινδονησιακή εταιρεία Creative Technology, που είχε εφεύρει μια άκομψη συσκευή ψηφιακής μουσικής.
Η δισκογραφική κατέθεσε έφεση και πλήρωσε τρία εκατ. δολάρια για τα δικαστικά έξοδα. Ένα χρόνο αργότερα, οι δύο εταιρείες ανακοίνωσαν ότι τα βρήκαν εξωδικαστικά και ότι το θέμα έληξε. Ο μακαρίτης ο Steve Jobs μάλιστα σχολίασε: «Λατρεύουμε τους Beatles και ήταν οδυνηρό να βρισκόμαστε σε κόντρα μαζί τους για όλα αυτά τα trademarks. Είναι υπέροχο που το λύσαμε με θετική διάθεση και με ένα τρόπο που εξαλείφει την πιθανότητα άλλων διαφωνιών στο μέλλον».


Πηγή: απόσπασμα από άρθρο στο www.jumpingfish.gr

Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Διαφήμιση των McDonald's αποσύρεται γιατί ξυπνάει δυσάρεστες μνήμες...

Στο διαφημιστικό διάρκειας 90 δευτερολέπτων της McDonalds ένας νεαρός προσπαθεί να μάθει πληροφορίες για τον πατέρα του, που δεν γνώρισε ποτέ.

Το αγόρι λοιπόν ρωτάει την μητέρα του μια σειρά από ερωτήσεις σχετικά με τον μακαρίτη πατέρα του, οι απαντήσεις ωστόσο που παίρνει δείχνουν ότι ελάχιστα κοινά έχει μαζί του. Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που θα κάτσουν σε ένα κατάστημα των McDonalds και ο μικρός θα παραγγείλει ένα σάντουιτς Filet-O-Fish. Τότε η μητέρα του, του λέει ότι αυτό ήταν το αγαπημένο πιάτο του πατέρα του

Το εν λόγω διαφημιστικό προκάλεσε την οργή μερίδας καταναλωτών, η οποία καυτηρίασε την επιλογή μιας αλυσίδας fast food να εκμεταλλευτεί εμπορικά τη θλίψη και τον πόνο παιδιών που έχασαν τον πατέρα τους. Αρκετές από τις κριτικές ανέφεραν την ανάκληση δυσάρεστων στιγμών σχετικά με την απώλεια της πατρικής φιγούρας.

Μπροστά σε αυτή την κατακραυγή, η McDonalds ζήτησε συγγνώμη και απέσυρε την αμφιλεγόμενη διαφήμιση.
Δείτε το βίντεο εδώ

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Αυτόματος πωλητής αυτοκινήτων…

Μέχρι τώρα μπορούσαμε να αγοράσουμε τσιπς, αναψυκτικά, προφυλακτικά και σοκολάτες από τα μηχανήματα αυτόματης πώλησης. Πλέον, στην Σιγκαπούρη μπορεί κάποιος να αγοράσει και… πολυτελή αυτοκίνητα.

Η ιδέα προέκυψε μετά από μία επίσκεψη του Γκάρι Χονκ, διευθύνοντα συμβούλου της νεοσύστατης Autobaan Motors, σε ένα κατάστημα με παιχνίδια όπου πρόσεξε μία κάθετη παρουσίαση matchbox αυτοκινήτων.

Μετά από αυτό, ο Χονκ αποφάσισε να απλοποιήσει τον τρόπο αγοράς ενός πολυτελούς αυτοκινήτου δημιουργώντας έναν γυάλινο 15όροφο πύργο από 60 αυτοκίνητα Lamborghini, Bentley και Ferrari, καθώς και ορισμένα vintage μοντέλα.

Με τον τρόπο αυτό αξιοποιείται στο έπακρον η χρήση του εκθεσιακού χώρου, που σπανίζει στις πυκνοκατοικημένες περιοχές, καθώς ο επισκέπτης μπορεί να εκτεθεί ταυτόχρονα σε 60 αυτοκίνητα.

Με το πάτημα ενός κουμπιού ο ενδιαφερόμενος, που βρίσκεται στο ισόγειο του κτιρίου, μπορεί να έχει σε δύο λεπτά το αυτοκίνητο της αρεσκείας του -βλέποντας ένα σχετικό βίντεο ενώ περιμένει-, να το δοκιμάσει και εν τέλει να το αγοράσει.

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

H ιστορία της Bic

Το στυλό µε µπίλια ήταν το πρώτο προϊόν που εµπορεύτηκε ο Μάρσελ Μπιχ, ένας διορατικός Γάλλος επιχειρηµατίας. Αυτό, όµως, που έκανε τη διαφορά από τα άλλα στυλό µε µπίλια ήταν ότι το δικό του ήταν το πρώτο αναλώσιµο στυλό, το πρώτο µε ηµεροµηνία λήξεως. Με αφετηρία το στυλό, ο Μπιχ θα δηµιουργούσε ένα κολοσσό, που στις µέρες µας πουλάει µερικά εκατοµµύρια διαφορετικά προϊόντα ηµερησίως…

Ο Μαρσέλ Μπιχ, δηµιουργός µιας ολόκληρης κουλτούρας που πρέσβευε το «χρησιµοποίησέ το και αργότερα πέταξέ το», γεννήθηκε στην Ιταλία από Γάλλους γονείς και ξεκίνησε την καριέρα του στο Παρίσι πουλώντας φακούς από πόρτα σε πόρτα. Η πρώτη του επαφή µε το στυλό µε την µπίλια ήταν όταν παρατήρησε τους Αµερικάνους στρατιώτες που το χρησιµοποιούσαν κατά τη διάρκεια του πολέµου.

Το 1945, ο Μπιχ και ο φίλος του, Εντουάρ Μπιφάρ, ίδρυσαν την εταιρεία Bic, όταν αγόρασαν σε τιµή ευκαιρίας ένα παλιό εγκαταλελλειμένο εργοστάσιο λίγο έξω από το Παρίσι, όπου κατασκεύαζαν εξαρτήματα για μηχανικά μολύβια και πένες ενώ ξαναγέµιζαν µε µελάνι τα στυλό διαρκείας, που µόλις είχαν κάνει την εµφάνισή τους στη Γαλλία. Εκείνη την εποχή κυριαρχούσαν τα µοντέλα µε µελανοδοχείο, ενώ κάποια εισαγόµενα στυλό διαρκείας θεωρούνταν ακριβά και σχετικά αναξιόπιστα.

Ο Μπιχ γνώριζε ότι αν µπορούσε να δημιουργήσει ένα στυλό φθηνό και ποιοτικό, τότε θα αποσπούσε σημαντικό µερίδιο αγοράς. Σπεύδει λοιπόν να αγοράσει τα δικαιώματα για το όργανο γραφής με την περιστρεφόμενη μπίλια από τον Ούγγρο-Αργεντινό εφευρέτη, Λάζλο Μπίρο, και αρχίζει να πειραµατίζεται µε διάφορα στυλό διαρκείας, µε σκοπό να δημιουργήσει το πρώτο αναλώσιµο στυλό που θα πετιέται όταν τελειώνει το µελάνι του (οι πένες της εποχής ξαναγέµιζαν µε µελάνι – υπολογίζεται ότι ένα Bic μπορεί να γράφει σε μια απόσταση ως και τρία χιλιόμετρα).

Τελικά, το 1950, έβγαλε το προϊόν που επρόκειτο να αλλάξει για πάντα τον τρόπο γραφής και να απαλλάξει τους µαθητές όλου του κόσµου από το βραχνά του µελανιού και της πένας· το στυλό µε µπίλια ήταν πραγµατικότητα. Το στυλό αυτό, το Cristal Bic, που δεν διέφερε σε τίποτα από το σηµερινό, διέθετε διάφανο σώμα ώστε να είναι ευδιάκριτο το επίπεδο του μελανιού, αλλά το κυριότερο ήταν ότι µπορούσε να κατασκευαστεί και να πωληθεί πολύ φθηνά.

Η δημιουργία του πολυµήχανου επιχειρηµατία είχε άµεση ανταπόκριση από το γαλλικό κοινό. Ο Μπιχ ονόµασε το νέο στυλό «Bic», θεωρώντας ότι ήταν πιο εύηχο από το «Bich», καθώς η προφορά του επωνύμου του στα αγγλικά παραπέμπει σε λέξη που δεν ταιριάζει σε ονομασία προϊόντος. Μέσα σε δύο µόλις χρόνια, το στυλό µε την µπίλια γνωρίζει αναπάντεχη επιτυχία και πουλάει 21 εκατοµµύρια τεµάχια σε όλο τον κόσµο .

Το γράψιµο είχε ήδη γίνει ταχύτερο και η εφεύρεση µε την προσιτή σε όλους τιµή έγινε σύµβολο της νέας εποχής. Η επιτυχηµένη και βραβευµένη διαφηµιστική καµπάνια που το συνόδεψε  –µε σλόγκαν «The First Time, Every Time»– απογείωσε τις πωλήσεις (στις αρχές Σεπτεμβρίου 2005 πωλήθηκε το στιλό διαρκείας νούμερο 100 δισ.) και µαζί την επιχείρηση του Μπιχ, η οποία στα επόµενα τριάντα χρόνια µεταµορφώθηκε σε ένα πολυεθνικό κολοσσό αξίας εκατοντάδων εκατοµµυρίων δολαρίων.

Το 1961, σε µια προσπάθεια να προσεγγιστούν τα παιδιά, δηµιουργήθηκε το λογότυπο µε σήµα τον µαθητή, που έχει στην πλάτη του ένα στυλό και αντί για κεφάλι µία µπίλια. Δίπλα στον µαθητή υπήρχε το όνοµα «Bic», µέσα σε ένα κόκκινο παραλληλόγραµµο µε στρογγυλεµένες γωνίες. Το λογότυπο δεν άλλαξε ποτέ, παρόλο που η εταιρεία επεκτάθηκε αργότερα και σε άλλες αγορές άσχετες µε τα στυλό (καλτσόν, γραφική ύλη, καραµέλες, εσώρουχα, αφρούς ξυρίσµατος κ.ά.).

Το 1971, ο άνθρωπος που «εκδημοκράτησε» τη γραφή, ενθαρρυµένος από την επιτυχία του στυλό, αποφάσισε να συνδέσει το όνοµά του και µε άλλα καθηµερινά και σύγχρονα αναλώσιµα είδη. Ένα χρόνο αργότερα, λάνσαρε δοκιµαστικά στη Σουηδία τον αναπτήρα Bic, τον πιο εύκολο σε χρήση που γνώρισε ποτέ ο καπνιστής: ελαφρύς, µε ελεγχόµενη φλόγα, άναβε ως και 3.000 φορές. Σύντοµα ο νέος αναπτήρας κατέκλυσε όλο τον κόσµο.

Την ίδια εποχή, η Bic ένωσε τις δυνάµεις της µε µία πρωτοπόρο ελληνική επιχείρηση κατασκευής ξυριστικών λεπίδων, τη Violex, και δηµιούργησε το πρώτο ξυραφάκι µίας χρήσεως, ίσως το πιο επαναστατικό ανδρικό αξεσουάρ της ιστορίας. Η ελληνική αγορά ήταν έτσι η πρώτη παγκοσµίως που υποδέχτηκε τα ξυραφάκια µίας χρήσεως της Bic.

Το 1976, τα ξυραφάκια εισήχθησαν στην Αµερική, όπου ανταγωνίστηκαν µε αυτά της Gillette. Ο αµερικάνικος γίγαντας είχε προηγούµενα µε τη γαλλική επιχείρηση αφού είχε δει δύο προϊόντα της (την πένα Papermate και τον αναπτήρα Cricket) να χάνουν την πρωτιά. Η µάχη και αυτή τη φορά ήταν σκληρή, όµως η Gillette κέρδισε περιορίζοντας την Bic σε µερίδιο αγοράς λιγότερο του 20%. Αυτή ήταν ίσως η µοναδική αποτυχηµένη κίνηση του Μπιχ, ο οποίος είχε χαρακτηριστεί από το Time ως «τολµηρός επιχειρηµατίας, αλλά απίστευτα ξεροκέφαλος και ισχυρογνώµων».

Τη δεκαετία του ’70, ο Μαρσέλ Μπιχ, σε μια εμβληματική επιστολή προς τους μετόχους (αυτούσια η επιστολή έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της εταιρείας), αναφέρει κάποια από τα μυστικά της επιτυχίας του: «…Δεν είναι αποτέλεσμα σπουδών σε ένα πανεπιστήμιο της Αμερικής ή της Γαλλίας, αλλά αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς από τα 18 μου χρόνια στον επιχειρηματικό στίβο… Ο δρόμος για την επιτυχία βασίστηκε στην καλή πληροφόρηση, το ρίσκο, την καινοτομία και το επιθετικό μάρκετινγκ…».

Το µεγάλο πάθος του, όµως, ήταν η ιστιοπλοΐα, όπου επιχείρησε τέσσερις φορές, ανεπιτυχώς, να κατακτήσει το America’s Cup. Την πρώτη φορά, το 1970, όντας ο πρώτος από µη αγγλόφωνη χώρα που συμμετείχε, επένδυσε τρία εκατοµµύρια δολάρια και δούλευε 14 ώρες την ηµέρα για να ετοιµαστεί για το µεγάλο γεγονός. Δυστυχώς για τον ίδιο, το ιστιοφόρο του έχασε από νωρίς τον προσανατολισµό του µέσα στην οµίχλη.
Οι ιστιοπλοϊκές δραστηριότητες του Γάλλου επιχειρηµατία ήταν ίσως οι µοναδικές δηµόσιες εµφανίσεις του. Διατήρησε χαμηλό προφίλ, απεύφευγε τις συνεντεύξεις, ούτε επέτρεπε σε κανέναν να τον φωτογραφίσει. Όταν δεν ήταν στο γιοτ του, βρισκόταν στο σπίτι µαζί µε τη σύζυγο και τα 10 παιδιά τους. Πάντως, τη χρονιά του θανάτου του, το 1994, σε ηλικία 80 χρονών, η εταιρεία του πουλούσε 21 εκατοµµύρια προϊόντα ηµερησίως.



Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Πώς μία ταμίας έδιωξε ένα εκατ. δολάρια...

Η ιστορία δεν είναι καινούρια, ωστόσο είναι άκρως διδακτική.

Τον Οκτώβριο του 1988, ο Τζον Μπάριερ βρέθηκε στη National Bank της Ουάσινγκτον προκειμένου να εξαργυρώσει μία επιταγή. Όταν έφθασε στο ταμείο, η ταμίας είδε τα παλιά ρούχα της δουλειάς που φορούσε και αρνήθηκε να του επικυρώσει το χαρτάκι που είχε πάρει παρκάροντας το φορτηγάκι του, αξίας μισού μόλις δολαρίου.

Για να τον ξεφορτωθεί του είπε ότι η τράπεζα επικυρώνει μόνο τα εισιτήρια πάρκινγκ όσων κάνουν συναλλαγές με την τράπεζα και ότι η εξαργύρωση ενός τσεκ δεν συνιστούσε συναλλαγή.

Εντονα ενοχλημένος, ο πελάτης ζήτησε να δει τον διευθυντή, ο οποίος όμως αφού τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με περιφρονητικό ύφος, αρνήθηκε να τον εξυπηρετήσει.

Αυτό ήταν. Ο Μπάριερ, που είχε δημιουργήσει μία περιουσία αγοράζοντας παλιά σπίτια και ανακαινίζοντάς τα, απευθυνόμενος στον διευθυντή του λέει «Ωραία, δεν με χρειάζεστε και δεν σας χρειάζομαι». Κατόπιν σηκώνει ένα εκατομμύριο δολάρια και τα πάει σε άλλη τράπεζα δύο στενά πιο κάτω.

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Πόσο υγιεινή επιλογή είναι η Σαλάτα του Καίσαρα;

Σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι, η Σαλάτα του Καίσαρα (Caesar Salad) δεν είναι τόσο αθώα όσο φαίνεται.

Μάλιστα, αν συγκριθεί με το εμβληματικό προϊόν των McDonald's, το Double Big Mac, τότε διαπιστώνουμε ότι έχει περισσότερες θερμίδες, περισσότερο λίπος και περισσότερο αλάτι.

Άλλος έχει το όνομα και άλλος τη χάρη...

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Η Βενετία λέει "όχι" στο γρήγορο φαγητό

Η Βενετία απαγορεύει το γρήγορο φαγητό σε μία προσπάθεια να μην υποβαθμιστεί περαιτέρω ο παραδοσιακός χαρακτήρας της.

Στο δρόμο που χάραξε η Βερόνα αλλά και εν μέρει η Φλωρεντία, που επιβάλει στα καταστήματα του ιστορικού κέντρου να σερβίρουν κατά 70% τοπικά προϊόντα και συνταγές (για το λόγο αυτό μηνύθηκε για 20 εκατ. ευρώ ο δήμαρχος της πόλης από την McDonald's), κινείται πλέον και η ιστορική πόλη της Βενετίας, μία πόλη που πνίγεται από τουρίστες, κρουαζιερόπλοιων κυρίως, κάθε χρόνο, η οποία απαγόρευσε δια νόμου το άνοιγμα νέων καταστημάτων που θα πωλούν σουβλάκια, κεμπάμπ και γενικότερα έτοιμο φαγητό.

Ο νόμος περιορίζει ακόμα και τα καταστήματα που πωλούν πίτσες με το κομμάτι, ενώ εξαιρούνται όσοι πωλούν χειροποίητα παγωτά, που είναι μια κλασική ιταλική παράδοση. Ο στόχος αυτών των ενεργειών είναι διττός: αφενός να περιοριστεί η κατανάλωση γρήγορου φαγητού στους δρόμους, ώστε να κρατηθούν καθαροί οι υπαίθριοι χώροι (ένα πρόβλημα που μαστίζει την ιταλική πόλη), αφετέρου για να προστατευτούν τα παραδοσιακά προϊόντα.

Πάντως η πόλη σκέφτεται να αναπτύξει περιοχές για πικνίκ ώστε να αποθαρρύνει τους τουρίστες να καταλήγουν με τα φαγητά στο χέρι στα πιο πολυσύχναστα σημεία της πόλης.